Εκτύπωση

Η εκφοβιστική συμπεριφορά δεν είναι απλώς μια απομονωμένη πράξη επιθετικότητας μεταξύ ενός «θύτη και ενός «θύματος». Είναι ένα δυναμικό πρόβλημα κοινωνικών σχέσεων το οποίο οφείλεται συχνά σε ανθρώπινες σχέσεις με πολλούς εμπλεκόμενους. Συνεπώς, το φαινόμενο του σχολικού εκφοβισμού πρέπει να απασχολεί ολόκληρο το σχολικό πληθυσμό και όλους τους παράγοντες που είναι υπεύθυνοι για την ποιότητα στην Παιδεία. Η έρευνα έχει δείξει ότι παρεμβάσεις εναντίον του εκφοβισμού που γίνονται με τη συμμετοχή όλου του σχολείου μειώνουν σε μεγαλύτερο βαθμό τον εκφοβισμό από παρεμβάσεις που ασχολούνται μόνο με συγκεκριμένες περιπτώσεις και μεμονωμένα περιστατικά. Βασικός σκοπός αυτού του ερευνητικού προγράμματος ήταν να κατευθύνει τα σχολεία και στις πέντε χώρες, οι οποίες εμπλέκονται ενεργά στο πρόγραμμα, να χρησιμοποιήσουν εμπειρικά δεδομένα, αλλά και θεωρητικά σχήματα ούτως ώστε να αντιμετωπίσουν την εκφοβιστική συμπεριφορά μεταξύ μαθητών από διαφορετικό κοινωνικό αλλά και εθνικό υπόβαθρο. Αυτό έγινε κατορθωτό μέσα από το συνδυασμό της έρευνας για την εκφοβιστική συμπεριφορά και του δυναμικού μοντέλου εκπαιδευτικής αποτελεσματικότητας το οποίο παρέχει μια δυναμική προοπτική στη λειτουργία και τα αποτελέσματα της εκπαίδευσης. Αυτή η δυναμική προσέγγιση δίνει έμφαση στην εμπλοκή όλης της σχολικής μονάδας στην αντιμετώπιση της εκφοβιστικής συμπεριφοράς μέσα από τη διαπραγμάτευση παραγόντων που συμβάλουν στην βελτίωση της ποιότητας στο περιβάλλον του σχολείου και της τάξη. Τέτοιοι παράγοντες είναι η συμπεριφορά των μαθητών έξω από την τάξη, η πολιτική για τις σχέσεις με άλλους εμπλεκομένους φορείς και η συνεργασία μεταξύ των δασκάλων. Η έρευνα έχει καταδείξει πως αυτοί οι παράγοντες έχουν τόσο άμεσες όσο και έμμεσες επιδράσεις στην επίδοση των μαθητών αλλά και στην ευρύτερη λειτουργία του σχολείου. Έτσι, εισηγούμαστε ότι οι ευκαιρίες μάθησης είναι πολύ σημαντικός παράγοντας και θα πρέπει η πολιτική του σχολείου να εστιάζεται στην εισαγωγή και την επίτευξη σχετικών συναισθηματικών και γνωστικών στόχων (π.χ κατανόηση κοινωνικών αξιών, συναισθηματική γνώση και ανάπτυξη θετικών στάσεων απέναντι σε συνομηλίκους και στο σχολείο). Παράλληλα, η πολιτική του σχολείου πρέπει να περιλαμβάνει κανόνες για την αντιμετώπιση περιστατικών εκφοβιστικής συμπεριφοράς. Σε αυτή την προσέγγιση έμφαση δίνεται επίσης στην ανάπτυξη μηχανισμών αυτοαξιολόγησης της σχολικής μονάδας οι οποίοι θα βοηθήσουν τα σχολεία να εντοπίσουν προτεραιότητες για βελτίωση της αποτελεσματικότητάς τους και να αναπτύξουν σχέδια δράσης για αντιμετώπιση της εκφοβιστικής συμπεριφοράς. Το ερευνητικό πρόγραμμα παρέχει δεδομένα τα οποία υποστηρίζουν τη χρησιμότητα και την αξία αυτής της προσέγγισης μέσα από μια έρευνα μεγάλης κλίμακας (πρώτη φάση της έρευνας: Ιανουάριος 2009-Σεπτέμβριος 2009) η οποία διενεργήθηκε σε 200 σχολεία στις 5 χώρες ( Κύπρος, Ελλάδα, Ολλανδία, Βέλγιο, Ηνωμένο Βασίλειο). Κατά τη διάρκεια της δεύτερης φάσης του προγράμματος (Οκτώβρης 2009- Ιούνης 2010) φάνηκε πως και στις 5 χώρες που συμμετείχαν τα σχολεία τα οποία χρησιμοποίησαν αυτή τη δυναμική προσέγγιση κατάφεραν τόσο να μειώσουν την εκφοβιστική συμπεριφορά αλλά και να βελτιώσουν την ποιότητα του μαθησιακού περιβάλλοντος σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό από τα σχολεία της ομάδας ελέγχου. Παρέχονται ακόμη εισηγήσεις για εφαρμογή των αποτελεσμάτων στη θεωρία, την πολική και την πράξη και δίνονται εισηγήσεις για περαιτέρω έρευνα σε αυτό το πεδίο.